Από: ΕΛΑΜ

18 Σεπτεμβρίου 1918: Η Μεγάλη Μάχη Της Δοϊράνης

18 Σεπτεμβρίου 1918: Η Μεγάλη Μάχη Της Δοϊράνης
Δημοσιεύθηκε: Σεπτεμβρίου 18, 2023-11:18 View: 48

Η λίμνη της Δοϊράνης, κατά τους αρχαίους Πρασιάς ή Πρασιάδα, κατοικημένη από αρχαιοτάτων  χρόνων από το Ελληνικό φύλο των Παιόνων, λόγω της επίκαιρης στρατηγικής της θέσεως δέχθηκε αλλεπάλληλες επιδρομές βαρβάρων. Η πόλη της Δοϊράνης από τον 17ο αιώνα είχε γίνει έδρα της επισκοπής Πολυανής και από τον 19ο αιώνα η περιοχή απετέλεσε ξεχωριστή υποδιοίκηση με την ονομασία «Καζάς Δοϊράνης». Παρ’ όλες τις τουρκικές διώξεις ο Ελληνισμός της περιοχής ανθεί, καταφέρνοντας να δημιουργήσει γύρω στα 1900, οκτώ σχολεία. Δύο στην Δοϊράνη και τα υπόλοιπα στα χωριά Δροσάτο, Φούρκα, Βλάντοβο, Ακίντζαλη, Μουριές σήμερα.

Η περιοχή της Δοϊράνης αρχικά, ελευθερώθηκε στις 23 Ιουνίου του 1913 και καταλήφθηκε ξανά από τους Βούλγαρους το 1915, όπου υπόμεινε τα πάνδεινα. Η Δοϊράνη, υπήρξε θέρετρο επιχειρήσεων λόγω των ισχυρών της οχυρώσεων που έφταναν βάθος μέχρι και τριών χιλιομέτρων.

Τον Μάϊο του 1916, η Μακεδονία παραδίδεται στα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα. Το 1917 η Ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην πολεμική κινητοποίηση όλης της χώρας στο πλευρό των συμμάχων. Ήδη στη Θεσσαλονίκη είχαν σχηματισθεί οι Μεραρχίες των Σερρών και της Κρήτης, όπου πρωταγωνίστησαν και στη μάχη της Δοϊράνης. Τον Σεπτέμβριο του 1918 έναντι συνόλου 29 Μεραρχιών, υπό τις διαταγές του Γάλλου αρχιστρατήγου Φρανσαί Ντ’ Εσπεραί, η Ελλάδα διέθετε δέκα μεραρχίες, η Γαλλία οκτώ, η Αγγλία τέσσερις, η Σερβία έξι και η Ιταλία μία. Οι Ελληνικές δυνάμεις αποτελούσαν το 34% του συνόλου των δυνάμεων, με αποτέλεσμα τη σημαντική συμβολή του ελληνικού στρατού στις επιχειρήσεις διασπάσεως του Μακεδονικού Μετώπου. Οι βουλγαρικές θέσεις ήταν ισχυρότατες και υποστηριζόταν από πολυάριθμο πυροβολικό, ενώ από το παρατηρητήριο του Γκραν Κουρονέ μπορούσαν να αντιληφθούν όλες τις κινήσεις των Ελλήνων και των Βρετανών. Τον Ιούνιο του 1918, διοικητής της Συμμαχικής Στρατιάς Ανατολής αναλαμβάνει ο Γάλλος Φρανσαί ντ’ Εσπεραί με την διαταγή να διασπάσει το μακεδονικό μέτωπο. Σε περίπτωση νίκης, οι Βούλγαροι θα έχαναν το υψηλό τους ηθικό, αφού ήδη μετά την ήττα τους στο Σκρα από τον ελληνικό στρατό είχε χάσει το φρόνημα τους οδεύοντας προς συνθηκολόγηση και έτσι ένας σημαντικός σύμμαχος, θα αφαιρούνταν από το πλευρό των Γερμανών.

Η επίθεση στην Δοϊράνη ορίστηκε για τις 18 Σεπτεμβρίου του 1918 με δυνάμεις την 22η, 26η  και 28η (αγγλικές μεραρχίες) και με τις Ελληνικές μεραρχίες Σερρών με διοικητή τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη και Κρήτης με διοικητή τον υποστράτηγο Παναγιώτη Σπηλιάδη. Διοικητής Στρατιάς ορίστηκε ο Άγγλος στρατηγός Μιλν. Απέναντι υπήρχε η επίλεκτη 9η βουλγαρική μεραρχία της Πλεύνας υπό τον ικανότατο στρατηγό Νεζερώφ και 11η ταξιαρχία της 1ης  βουλγαρικής στρατιάς. Τα βρετανικά στρατεύματα διακατέχονταν από φόβο λόγω προηγουμένων αποτυχιών στο μέτωπο αυτό, αντίθετα με τους Έλληνες που τους διακατείχε ενθουσιασμός και ανυπομονησία να έρθουν σε επαφή με τον εχθρό.

Τα ξημερώματα της 18ης Σεπτεμβρίου, κάτω από απόλυτη σιγή, έκαναν την επίθεση τους τα τμήματα της Μεραρχίας Κρήτης, ανατολικά της λίμνης κατά της εχθρικής τοποθεσίας, έχοντας στην πρώτη γραμμή το 29ο σύνταγμα με διοικητή τον ταγματάρχη Βασίλειο Τυπάλδο και το 9ο σύνταγμα με διοικητή  τον συνταγματάρχη Παναγιώτη Μίνη. Μέσα σε διάστημα δύο ωρών, είχε καταληφθεί ολόκληρη η προκεχωρημένη αμυντική τοποθεσία. Δυτικά της λίμνης επιτέθηκαν η Μεραρχία Σερρών και η 22α και 26η αγγλικές Μεραρχίες και το 1ο Σύνταγμα με Διοικητή τον Συνταγματάρχη Αθ. Μάρκου. Έως τις 6:30 το πρωί, οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν καταλάβει ολόκληρη την πρώτη γραμμή χαρακωμάτων και τμήμα της δεύτερης. Λίγο αργότερα, θα κάνει την εξόρμησή του και το 2ο σύνταγμα με Διοικητή τον Συνταγματάρχη Θεόδωρο Μανωλάκη και συγχρόνως η 22α αγγλική μεραρχία, το 3ο Ελληνικό σύνταγμα υπό τον Συνχη Λιάσκο και η 26η αγγλική μεραρχία.

Το 2ο Σύνταγμα, υπέστη τρομερές απώλειες, ανάμεσα τους έπεσε ηρωικά ο διοικητής του, Συνταγματάρχης Θεόδωρος Μανωλάκης και ο διοικητής του 1ου τάγματος Ταγματάρχης Δημήτριος Παπαλουκάς. Οι απώλειες του Ελληνικού στρατού υπήρξαν βαρύτατες, αφού οι βρετανικές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη μάχη. Σε επιστολή του προς τον Βενιζέλο, ο Αρχιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής θα διαμαρτυρηθεί: «τα ελληνικά τμήματα εγκαταλείφθησαν  υπό των Βρεττανών, υποστάντα βαρυτάτας απωλείας».

Οι απώλειες έφτασαν, για τη Μεραρχία των Σερρών τους 359 νεκρούς, 1.713 τραυματίες και 615 αγνοουμένους και η Μεραρχία της Κρήτης, τους 144 νεκρούς και 573 τραυματίες. Η επίθεση την επόμενη μέρα έλαβε τέλος. Ο σκοπός είχε φτάσει στο στόχο του, όλες οι εχθρικές δυνάμεις είχαν καθηλωθεί στη περιοχή Αξιού, χωρίς να μπορεί η διοίκηση της Γερμανίας να στείλει ενισχύσεις.

Η ήττα και η συνθηκολόγηση των Βούλγαρων υπήρξε αναπόφευκτη, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί λίγο αργότερα να οδηγηθούν στην άνευ όρων συνθηκολόγηση της 11ης Νοεμβρίου του 1918, με την οποία λήγει και ο πόλεμος.

Οι Έλληνες, για ακόμη μια φορά ανέδειξαν τον ηρωισμό τους. Πολέμησαν χωρίς καμιά δείλια. Ο στρατηγός Ντ’ Εσπεραί στις 3 Δεκεμβρίου του 1918, θα δηλώσει στον Ελ. Βενιζέλο: «Η ανδρεία των ελληνικών στρατευμάτων επαξίως κατέκτησε πανταχού τους επαίνους των Συμμάχων. Τα τέκνα είναι αντάξια των προγόνων τους»…

Adblock test (Why?)

Read this on ΕΛΑΜ