Επιμνημόσυνος λόγος της Προέδρου της Βουλής κας Αννίτας Δημητρίου στο ετήσιο μνημόσυνο των πεσόντων και θανόντων στελεχών του Κυπριακού Στρατού και τη δέηση για ανεύρεση του αγνοούμενου υποστράτηγου Τάσου Μάρκου

1 μήνα πριν
ΝΕΑ ΚΥΠΡΟΣ | 

Επιμνημόσυνος λόγος της Προέδρου της Βουλής κας Αννίτας Δημητρίου στο ετήσιο μνημόσυνο των πεσόντων και θανόντων στελεχών του Κυπριακού Στρατού και τη δέηση για ανεύρεση του αγνοούμενου υποστράτηγου Τάσου Μάρκου

«Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης. Λόγια που θα μπορούσαν να αποτελούν την ακριβή αποτύπωση των ενδόμυχων σκέψεων των ανδρών και γυναικών των οποίων τη μνήμη τιμούμε σήμερα. Τέτοιους ανθρώπους με ελληνικό πνεύμα γέννησε το νησί μας. Η Κύπρος, μια σπιθαμή τόπος που χώρεσε, και ακόμη χωράει, μεγάλες πράξεις, μεγάλα οράματα, μεγάλα ιδανικά.

Στον Ιερό ετούτο Ναό της Του Θεού Σοφίας αποτίνουμε σήμερα τον οφειλόμενο φόρο τιμής στα μέλη του κυπριακού στρατού, αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους στα πεδία της μάχης, εκπληρώνοντας το ύψιστο καθήκον, της υπεράσπισης της πατρίδας, αυτούς που έχασαν τη ζωή τους κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους εν καιρώ ειρήνης, καθώς και τους αποθανόντες. Η μνήμη σήμερα στρέφεται επίσης στον υποστράτηγο Τάσο Μάρκου, του οποίου η τύχη παραμένει μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστη. Σαράντα επτά χρόνια μετά τις μαύρες επετείους του προδοτικού πραξικοπήματος και της βάρβαρης τουρκικής εισβολής, οι δικές τους πράξεις θυσίας μάς επιτρέπουν να ελπίζουμε και μας διδάσκουν μαθήματα ηρωισμού, αλτρουισμού και πατριωτισμού.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω τον πρόεδρο και τα μέλη του Συνδέσμου Αποστράτων Αξιωματικών Κυπριακού Στρατού για την τιμητική τους πρόταση να εκφωνήσω την επιμνημόσυνη ομιλία για τους πεσόντες και θανόντες του Κυπριακού Στρατού. Ιδιαίτερες ευχαριστίες απευθύνω και στην οικογένεια του αγνοούμενου υποστράτηγου Τάσου Μάρκου, για τον οποίο αναπέμψαμε δέηση για ανεύρεση και εύχομαι σύντομα να τερματιστεί το μαρτύριο της προσμονής και αβεβαιότητας.


Κυρίες και κύριοι,

Μνημονεύουμε σήμερα τα άξια τέκνα της πατρίδας μας για τον ηρωισμό που επέδειξαν όσες φορές κλήθηκαν να την υπερασπιστούν, καθώς ο τόπος μας βρέθηκε ξανά και στη σύγχρονη εποχή, αντιμέτωπος με εχθρικές δυνάμεις και κατακτητές. Έτσι ξεκίνησε και το 1955 ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας για αποτίναξη του βρετανικού ζυγού, κατά τον οποίο οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ και όλος ο κυπριακός λαός ανέβηκαν με θυσίες  τα σκαλοπάτια που οδήγησαν στη λευτεριά. Ο πρωταρχικός - εθνικός στόχος για ένωση με την Ελλάδα, μπορεί να μην επιτεύχθηκε, γεννήθηκε όμως η Κυπριακή Δημοκρατία. Η ίδρυση και συγκρότηση του Κυπριακού Στρατού προβλεπόταν στο Σύνταγμα του νεοσύστατου κράτους. Σύμφωνα με τα άρθρα 129 έως 132 θα αριθμούσε 2.000 άνδρες, από τους οποίους το 60% ήταν Ελληνοκύπριοι και το 40% Τουρκοκύπριοι. Η στρατιωτική θητεία δεν ήταν υποχρεωτική, πλην όμως θα μπορούσε να επιβληθεί μόνο με κοινή συμφωνία του Ελληνοκύπριου Προέδρου και του Τουρκοκύπριου Αντιπροέδρου. Η συγκρότηση συνεπώς του Κυπριακού Στρατού κάθε άλλο παρά εύκολη αποδείχθηκε. Μέχρι και τα γεγονότα του ‘63 στις τάξεις του είχαν καταταγεί μερικές μόνο εκατοντάδες Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι αποχώρησαν με την τουρκανταρσία. Στην προσπάθεια συγκρότησης του Κυπριακού Στρατού, δημιουργήθηκε το Ειδικό Μικτό Επιτελείο Κύπρου (ΕΜΕΚ), το οποίο το 1964 πήρε την ονομασία Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς, ενώ τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου  ψηφίσθηκε από την Κυπριακή Βουλή ο νόμος «Περί Εθνικής Φρουράς» με τον οποίο καθιερώθηκε η υποχρεωτική στράτευση και άρχισε η ουσιαστική συγκρότηση του στρατού της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η στρατιωτική θητεία ορίσθηκε στους 18 μήνες.

Τον Αύγουστο του 1964 η Εθνική Φρουρά, τα στελέχη στην ουσία του Κυπριακού Στρατού, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν, την πρώτη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας, η οποία εκδηλώθηκε με αεροπορικές επιθέσεις στην περιοχή της Τηλλυρίας και στον Κόλπο του Ξερού, ενώ το 1967 δυνάμεις της Εθνοφρουράς επενέβησαν στην κρίση που εκδηλώθηκε στην περιοχή της Κοφίνου.

Οι κρίσιμοι αυτοί σταθμοί της κυπριακής ιστορίας προκάλεσαν την ανάγκη, επαρκούς στελέχωσης και εκπαίδευσης της Εθνικής Φρουράς. Οι στρατιωτικές δυνάμεις αποδιοργανώθηκαν πλήρως και ο Κυπριακός Στρατός με τα έμπειρα στελέχη του ανέλαβε την ευθύνη για ανασυγκρότηση δυνάμεων. Η κατάταξη στο δυναμικό του κυπριακού στρατού δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική επιλογή, αλλά ένα λειτούργημα. Ένα λειτούργημα ιερό, που απαιτούσε θάρρος, αμεροληψία, ήθος, σεβασμό στις αξίες και στα ιδανικά, πίστη στην πατρίδα και τεράστια σωματικά και ψυχικά αποθέματα.

Αυτά τα χαρακτηριστικά διέθεταν όλοι όσων τη μνήμη τιμούμε σήμερα. Άνθρωποι που κατατάγηκαν εθελοντικά στα διάφορα όπλα και σώματα και θυσιάστηκαν στο πεδίο της μάχης, ή έχασαν τη ζωή τους εν καιρώ ειρήνης, κατά τη διάρκεια ασκήσεων ή εκπαιδεύσεων.

Ο υποστράτηγος Τάσος Μάρκου, γεννηθείς στο Παραλίμνι τον Σεπτέμβριο του 1936, υπήρξε υπόδειγμα ανδρείας και φιλοπατρίας. Κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1955-1959, ο Μάρκου ανέλαβε τη διοίκηση του τομέα Κυθρέας. Η ανταρσία των Τουρκοκυπρίων τον Δεκέμβριο του 1963 βρήκε τον Τάσο Μάρκου, απόφοιτο της Σχολής Ευελπίδων με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, να αμύνεται τη Λευκωσία. Μάχες, στη διάρκεια των οποίων, αναδείχθηκαν η τιμιότητα του χαρακτήρα του και οι διοικητικές του ικανότητες.

Το 1974 θα αποτελούσε ωστόσο τον μεγάλο σταθμό στη ζωή του. Κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος, ενώ υπηρετούσε στην Κυθρέα, ο Τάσος Μάρκου κλήθηκε να οργανώσει την άμυνα του Προεδρικού Μεγάρου, ενώ καθοριστικής σημασίας υπήρξε και η συμβολή του στην πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής, καθώς δεν σταμάτησε να προετοιμάζεται για μια ενδεχόμενη τουρκική προέλαση, ακόμη και κατά τη διάρκεια της συμφωνημένης κατάπαυσης του πυρός μεταξύ 23 και 29 Ιουλίου του 1974.

Στη δεύτερη φάση της τραγωδίας της Κύπρου, που άρχισε στις 14 Αυγούστου, το Τάγμα του Μάρκου δέχθηκε ανελέητο βομβαρδισμό, στη Μια Μιλιά, από την τουρκική αεροπορία. Παρά τις προσπάθειες του ιδίου και των ανδρών του να αμυνθούν, η μάχη αποδεικνύεται άνιση. Έχοντας εξασφαλίσει την αναδίπλωση των ανδρών του, κινήθηκε προς την Κυθρέα μαζί με δύο από τους άνδρες του. Λίγο αργότερα τους διατάσσει να φύγουν, ενώ ο ίδιος συνεχίζει προς την περιοχή του Κεφαλόβρυσου Κυθρέας. Η τελευταία επαφή με τον ηρωικό ταγματάρχη έγινε μέσω ασυρμάτου από τον διοικητή του τακτικού συγκροτήματος Κυθρέας, το απόγευμα της 15ης Αυγούστου 1974. Έκτοτε ο Τάσος Μάρκου αγνοείται. Αγνοούμενος αλλά άφθαρτος μέσα στον χρόνο. Μορφή που δεσπόζει για τον απαράμιλλο ηρωισμό του, το θάρρος και την αυταπάρνηση που επέδειξε τις κρίσιμες εκείνες στιγμές της ιστορίας. Ένα ιδανικό πρότυπο ελληνικής αρετής.

Η αναπομπή δέησης για ανεύρεση του αγνοούμενου Τάσου δεν μπορεί παρά να μας συγκινεί και να μας κινητοποιεί, καθώς δεν πρόκειται για μια υπόθεση προσωπική της οικογένειάς του. Αποτελεί υπόθεση όλων μας. Αποτελεί πατριωτικό μας χρέος να συμβάλουμε με οποιοδήποτε τρόπο στη λήξη του μαρτυρίου που περνάει η οικογένεια του αγνοούμενου Τάσου για 47 τόσα χρόνια, αλλά και οι υπόλοιπες οικογένειες όλων των αγνοούμενων μας, που βασανίζονται ακόμα από την αγωνία για την τύχη των αγαπημένων τους ανθρώπων και αποτελούν την τραγικότερη πτυχή της τραγωδίας που έπληξε την πατρίδας μας.


Κυρίες και κύριοι,

Η σημερινή μέρα δεν είναι μόνο μέρα απόδοσης τιμών και ανάμνησης. Είναι και μέρα αναστοχασμού. Αναλογισμού του δικού μας χρέους έναντι της μαρτυρικής μας πατρίδας και αυτών που προσέφεραν τη ζωή τους γι’ αυτή. Είναι χρέος και ευθύνη έναντι του λαού και της ιστορίας μας να συνεχίσουμε τον αγώνα μέχρι την τελική δικαίωση, την απελευθέρωση και την επανένωση της πατρίδας μας.

Παρά τις τουρκικές προκλήσεις και εντάσεις με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωποι καθημερινά, εμείς παραμένουμε προσηλωμένοι στον στόχο μας, για να διασφαλίσουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις αξίες, όπως αυτά υπαγορεύονται από τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες. Δηλώνουμε απερίφραστα πως δεν πρόκειται να δεχθούμε τα νέα δεδομένα που η Τουρκία προσπαθεί να δημιουργήσει στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου και ότι θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας μέχρι τέλους.

Αυτό επιτάσσει η θυσία των παλικαριών και των γυναικών που η γη μας γέννησε, έθρεψε και έρανε με τα νάματα του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης. Και τα πήρε πίσω, ήρωες και ηρωίδες πια, σκεπάζοντάς τα ελαφρά με το χώμα της. Από αυτό το χώμα ας πάρουμε λίγο και ας το κρατήσουμε φυλακτό, για να μας δίνει δύναμη και ενέργεια, ούτως ώστε να μπορέσουμε να κρατήσουμε ζωντανό το φρόνημα αλλά και την πίστη για απελευθέρωση της πατρίδα μας.

Αιωνία ας είναι η μνήμη και η δόξα που τους συνοδεύει… Αθάνατοι!


(ΜΒ)

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο