Χαιρετισμός Υπουργού Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας κ. Πρόδρομου Προδρόμου στην εκδήλωση «Τα τελευταία Χριστούγεννα του Αυξεντίου»

1 μήνα πριν
ΝΕΑ ΚΥΠΡΟΣ | 

Χαιρετισμός Υπουργού Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας κ. Πρόδρομου Προδρόμου στην εκδήλωση «Τα τελευταία Χριστούγεννα του Αυξεντίου»

Αγρός, Σάββατο 25 Ιουνίου 2022

Ο αγωνιστικός βίος και η ένδοξη πολιτεία του Γρηγόρη Αυξεντίου, μια σύντομη σε διάρκεια ζωή, γεμάτη με το φρόνημα της ελευθερίας και με αρετή, είναι αφ’ εαυτών επιτομή του θρυλικού Αγώνα της ΕΟΚΑ. Του αγώνα του κυπριακού Ελληνισμού για την ελευθερία, δηλαδή την αυτοδιάθεση, δηλαδή την Ένωση με την Ελλάδα. Η αφοσίωση του Γρηγόρη στην πατρίδα, την Ελλάδα και την ελευθερία, ξεκινούσε βεβαίως από τον πόθο του να φορέσει την ένδοξη στολή του Έλληνα Αξιωματικού και εκδηλώθηκε προηγουμένως και στη στρατιωτική δράση του στα ελληνοαλβανικά σύνορα στα ταραγμένα εκείνα χρόνια που προηγήθηκαν. Πήρε όμως τις πλήρεις διαστάσεις της όταν αναδύθηκε φωτοστεφανωμένος και πορεύτηκε προς τα αιωνίους Μονάς, γινόμενος πραγματικά εικόνισμα του ελεύθερου Έλληνα. Βάζοντας τον Μαχαιρά δίπλα στο Αρκάδι και το Κούγκι.

Aκριβολογεί ο εθνικός μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός. Nαι, η ελευθερία των Eλλήνων είναι βγαλμένη μέσα από τα κόκκαλα. Eίναι βγαλμένη μέσα απ’ τον θάνατο. Kι η ελεύθερη ζωή που ζούμε είναι νίκη πάνω στον θάνατο. Eίναι γιατί κάποιοι από εμάς, πριν από εμάς, με τον θάνατό τους νίκησαν τον θάνατο. Όπως στ’ αλήθεια πάτησαν τον θάνατο εδώ σε αυτούς τους τιμημένους τόπους της Πιτσιλιάς οι αγωνιστές του τομέα, με έδρα τους τα σπίτια της οικογένειας Παπαχριστοδούλου που τους τα παραχώρησαν ο Παπαχριστόδουλος Αυγουστή και η πρεσβυτέρα Κυριακή.

Δεν είναι κάποια πομπώδης υψηγορία εκείνο που ακούμε στους στίχους του εθνικού ύμνου μας, αλλά είναι κυριολεξία: «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Eλλήνων τα ιερά».

Τέτοια είναι η ελευθερία μας, τέτοιο το διαβατήριο του Eλληνισμού στον σύγχρονο κόσμο. Είναι βγαλμένη μέσα από τις «χοντρές ελληνικές κοκκάλες» του Γρηγόρη Aυξεντίου, όπως με διαύγεια τις ξεχώρισε το μάτι του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, ανάμεσα στις στάχτες και τα αποκαΐδια της εγγλέζικης απελπισίας και μανίας. Έτσι βρίσκει με έμπνευση ο ποιητής τα λόγια στο στόμα του ήρωα που έφυγε υψιπέτης υμνωδός της Ελευθερίας στο πάνθεον των μεγάλων ανδρών. Και βάζει ο ποιητής στο στόμα του τα ταιριαστά τα λόγια: «O πατέρας μου θα με αναγνωρίσει στο νεκροτομείο απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκκάλες μου, όμοιες με τις δικές του / κι απ’ το σταυρό της πατρίδας πού’ χα φυλακτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου».

Aπό εκεί μέσα ακριβώς πηγάζει η ελευθερία μας: απ’ τα κόκκαλα των Eλλήνων τα ιερά κι απ’ το σταυρό που μια ζωή φέρει η πατρίδα μας: σύμβολο της πίστης μας, αλλά και σύμβολο του μαρτυρίου της.

Αναφέροντας όμως τον Γιάννη Ρίτσο, ας μου επιτραπεί εδώ να κάνω μια παρένθεση που θεωρώ σημαντική. Γιατί είναι κάτι που δείχνει τις πραγματικές διαστάσεις μιας μορφής όπως ο Αυξεντίου και η θυσία του, αλλά και το φρόνημα ενός ποιητή -και ας αποφύγουμε τον πειρασμό για πολιτικές προεκτάσεις. Θέλω μόνο να σημειώσω ότι παρά τις δεδομένες γενικότερες κατευθύνσεις του πολιτικού χώρου στον οποίο ήταν δραστήρια ενταγμένος, ο Γιάννης Ρίτσος δεν δίστασε καθόλου και έδωσε εκείνη τη σπουδαία ποιητική σύνθεση «Ο Αποχαιρετισμός», για τον μεγαλύτερο ήρωα της ΕΟΚΑ. Όχι μόνο τίμησε, αλλά αποτύπωσε και σε επίπεδο πανανθρώπινων διαστάσεων τον υπαρχηγό του Διγενή. Γενικότερα, όμως, αυτό το πέτυχε ο Αγώνας της ΕΟΚΑ. Την εποχή εκείνη στις ογκώδεις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 1956, για την καταδίκη σε θάνατο των Καραολή και Δημητρίου -διαδηλώσεις που είχαν και τέσσερις νεκρούς!- όπως το παρατηρεί εύστοχα και ο αείμνηστος θεσσαλονικιός συγγραφέας Κρίτων Σαλπιγκτής, οι δυο αντιμαχόμενες πολιτικές παρατάξεις (οι «δυο Ελλάδες» όπως θα έλεγε ο Σαββόπουλος), βρέθηκαν μαζί, για πρώτη φορά μετά τον Εμφύλιο, πλάϊ-πλάϊ στον ίδιο δρόμο και διαδήλωναν για την Κύπρο. Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ για την Ένωση συνένωνε τους Έλληνες.

Και όπως ακόμα ο εθνικός ποιητής μας περιγράφει παραστατικά τη Δόξα να περπατά «στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη», η ίδια εκείνη δόξα της ελληνικής ελευθερίας περπάτησε στην Κύπρο τις κορφές και τις λαξιές του Τροόδους, ιδιαίτερα εδώ στην Πιτσιλιά. Περπάτησε βήμα-βήμα, παθκιά-παθκιά που λέμε στη διάλεκτό μας, τα λημέρια του μεγάλου Γρηγόρη Αυξεντίου. Για λίγο ξαπόσταινε και εύρισκε κάλυψη στα δυο σπίτια που διέθεσε στους αγωνιστές η οικογένεια Παπαχριστόδολου και ύστερα έφυγε στο Ολοκαύτωμα του Μαχαιρά, στην παντοτινή ιδέα και το βίωμα που θα έχουμε για την ελευθερία.

Μήπως όμως, κυρίες και κύριοι, αυτό δεν ήταν κατά βάθος το μεγαλείο του μεγάλου εθνικού αγώνα της Κύπρου; Όταν το εθνικό οι άνθρωποι το βίωναν ως καθαρά προσωπικό. Και όταν οι άνθρωποι, τα πρόσωπα, ενσαρκώνουν στον καθημερινό τους βίο το εθνικό -που ως γνωστόν είναι ό,τι αληθινό- τότε αξιώνονται στην αρετή της ελευθερίας.

Να που βρισκόμαστε απόψε εδώ στον Αγρό. Στις δοξασμένες κορφές της Πιτσιλιάς, σε ένα από τα ξεχωριστά κέντρα του αγώνα εκείνου της ελευθερίας. Αυτή την όμορφη συνεύρεση την οφείλουμε στην εμπνευσμένη πρωτοβουλία και την πρόσκληση της Ασφαλιστικής Εταιρείας «Η Κεντρική». Συγχαίρω την «Κεντρική» και τον προσωπικό, παλιό και παντοτινό, φίλο μου Στέλιο Γεωργαλίδη γι’ αυτή τη νέα λαμπρή εκδοτική προσφορά. Τον ευχαριστώ και γι’ αυτή την ανεπανάληπτη αποψινή εμπειρία εδώ στον Αγρό, στα λημέρια των Ηρώων, στην καθαγιασμένη γειτονιά.

Εδώ που ο πατήρ Παπαχριστόδουλος Αυγουστής και η οικογένειά του είχαν το κουράγιο και από υψηλό φρόνημα, φιλοπατρία και φιλότιμο πρόσφεραν τα σπίτια τους ως έδρα του Τομέα της ΕΟΚΑ, αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Αποδίδουμε έτσι οφειλόμενη τιμή και στην οικογένεια Παπαχριστοδούλου, που αξιώθηκε να δει την οικογενειακή κληρονομιά της να παίρνει διαστάσεις εθνικής κληρονομιάς.

Συγχαρητήρια οφείλονται βεβαίως στον συγγραφέα του λευκώματος «Τα τελευταία Χριστούγεννα του Αυξεντίου», τον Στέλιο Παπαντωνίου. Όπως ακόμα και στον Στέλιο Παπαχριστοδούλου και για τη μέχρι τώρα δράση του για τη μνήμη του μεγάλου Αγώνα και για την αποψινή ομιλία του. Όπως επίσης συγχαίρω τον φίλτατο Πέτρο Παπαπέτρου που πάντα δίνει στόχο στο σπουδαίο ταλέντο και έμπνευση στην τεχνική του και μέσα από αυτή την έκδοση. Ξεχωριστά συγχαίρω την Έλενα Χατζηαυξέντη για τη μουσικοθεατρική παράσταση που επιμελήθηκε με τον δικό της ξεχωριστό πολυτάλαντο τρόπο και θα μας συγκινήσει και θα μας γεμίσει. Μαζί πρέπει να αποδοθεί εύφημος μνεία και σε όλους όσοι συνεργάστηκαν για την πρωτότυπη μουσικοθεατρική παράσταση, τους μουσικούς, την καλλιτεχνική σύμβουλο, ενδυματολόγο, τους τεχνικούς και όλους. Ενώ συγχαρητήρια αξίζουν και οι δημιουργοί του ομώνυμου ντοκυμαντέρ, Χρήστος Μιχάλαρος και Ιλιάνα Κουλαφέτη -το οποίο προσωπικά τώρα διαπιστώνω να υπάρχει ως ευχάριστη έκπληξη.

Μέσα από τις σελίδες του Λευκώματος αυτού μας δίνεται η ευκαιρία για μιαν άλλη προσέγγιση του μεγάλου ήρωα και του μεγάλου Αγώνα. Περισσότερο ανθρώπινη προσέγγιση. Ψηλαφούμε τη ζεστασιά και το πάθος στην καρδιά των ανθρώπων. Μέσα από τη μάζωξη και το τραπέζι των Χριστουγέννων. Όσα διαμείφθηκαν ανάμεσα τους. Τελευταία Χριστούγεννα του Αυξεντίου. Αλλά και μια συμβολική στιγμή…

Όλη η συντροφιά των ανταρτών. Ο Παπαχριστόδουλος τους έβαλε κι έψαλλαν όλοι μαζί και με την ψαλμωδία «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» και ευλόγησε την τράπεζα. Πραγματικό τελετουργικό Μυστικού Δείπνου. Στιγμές με τη χαρά και τη συντροφικότητα που μαρτυρούν οι συνομιλίες ανάμεσα στον Αυξεντίου, τον Μάτση και τους άλλους. Μ’ ένα ποτήρι κρασί για το καλό της γιορτής και στην υγεία της ΕΟΚΑ. Με το γραμμόφωνο από το Απεήτειο Γυμνάσιο, που είχε φέρει ο Στέλιος Παπαχριστοδούλου, με τραγούδι και τους χορούς του Αυξεντίου. Όλοι εκεί στο υπόγειο του σπιτιού.

Ο συμμαθητής και στενός φίλος του Γρηγόρη, Αντώνης Παπαδόπουλος. Ο μετέπειτα σύντροφός του στην ιερή τρύπα του ολοκαυτώματος, Αυγουστής Ευσταθίου. Ο ενθουσιώδης, αλλά και τόσο σοβαρός Μιχάλης Γιωργάλλας, σε μαθητική ηλικία ακόμα, που εκπροσωπούσε το πάθος των Κυπρίων λυκειόπαιδων που πλαισίωσαν τον Αγώνα και που θα έπεφτε στον αγώνα λίγες μέρες αργότερα. Ο εξίσου νεαρός Λουκής Αυγουστίδης. Ο Στυλιανός Λένας, παράδειγμα κι αυτός της αξιοποίησης της όποιας πρότερης γνώσης, αφού από σιδηρουργός έγινε οπλουργός της Οργάνωσης κι εκεί λίγο πιο πάνω είχε εργαστήριο. Οι ντόπιοι αγωνιστές της ευρύτερης περιοχής που σαν σε όνειρο έβλεπαν τα όμορφα, τόσο οικεία ορεινά μονοπάτια τους, τις λαξιές, τα ρυάκια και τις κορφές, να γίνονται πεδίο μάχης της ελευθερίας! Ευαγόρας Παπαχριστοφόρου, από τον Κάτω Αμίαντο, με το τραγικό μετέπειτα τέλος, δολοφονημένος μέσα στο ίδιο το κρησφύγετο του από συναγωνιστή που έγινε προδότης. Από τα Λαγουδερά, ο Φειδίας Συμεωνίδης, που βρήκε άδοξο θάνατο ξεχασμένος δυστυχώς το 1975 και ο Αντρέας Στυλιανού. Ο Γιώργος Μάτσης από το Παλαιχώρι, ο Κώστας Κυνηγός από την Ποταμίτισσα, ο Λάμπρος Καυκαλίδης από τον Αγρό. Αλλά και ο Παναγιώτης Αριστείδου. Ανάμεσά τους κι ο Δημητράκης Χριστοδούλου, παράδειγμα νέου που εγκατέλειψε μια πολύ καλή επαγγελματική σταδιοδρομία και ρίχτηκε στον αγώνα, πληρώνοντας με τη ζωή του αργότερα, στην ενέδρα μεταξύ Ποταμίτισσας-Παλενδρίου όπου τραυματίστηκε και ο Λένας με το τραύμα που 40 μέρες μετά θα επέφερε το θάνατό του.

Ανάμεσά τους όμως και ο μετέπειτα γνωστός προδότης Μιχαήλ Ασσιώτης… Γιατί τον τομέα και τους αγωνιστές έζωνε τις μέρες εκείνες η κατάρα της προδοσίας. Πραγματικός Μυστικός Δείπνος… κι ανάμεσά τους υπήρχαν ιούδες…

Μεταξύ των τόσων άλλων σημαντικών και εύστοχων που συνέθεσε ο Στέλιος Παπαντωνίου στο πολύ ωραίο αυτό λεύκωμα, καταγράφεται και η ανάμνηση του Αντρέα Στυλιανού (στον Γιάννη Σπανό) από τον εμπνευσμένο και σοφό λόγο του Αυξεντίου, στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι στις 26 Δεκεμβρίου 1956, προτού πιάσει το χορό:

«Δεν ξέρουμε ποια θα είναι η μοίρα του καθενός και είτε ζήσουμε είτε πεθάνουμε, ένα θα είναι το έπαθλο του αγώνα για νεκρούς και ζώντες: η Κύπρος να γίνει ελληνική και να ζήσει ελεύθερη και ευτυχισμένη».

Ωστόσο, ο Γρηγόρης ο Αυξεντίου τέτοιο δίλημμα δεν είχε. Από την αρχή τα πράγματα ήταν μέσα του ξεκάθαρα. Όπως διηγείται ο πατέρας του Πιερής Αυξεντίου, σε επιστολή που του είχε στείλει τέσσερις μέρες πριν το Ολοκαύτωμα του Μαχαιρά, έγραφε για τους προδότες-καταδότες και κατέληγε:

«Ο γιός σου δεν θα παραδοθεί κατ’ ουδένα λόγο, αλλά θα πεθάνει!».

Αυτό ακριβώς τραγούδησε μέσα από τον πόνο της, που τον έπνιξε για την πατρίδα, με το γνωστό ποίημα της η μάνα του Αντωνού:

«Mια μάνα τέθκοιου ήρωα, εν προσβολή να κλάψει

προσβάλλει τον λεβέντη της, τζείνον που θ’ απολάψει.

Xαλάλιν της Πατρίδας μου, ο γυιός μου, η ζωή μου

Tζι’αφού εν επαραδόθηκεν

τζ’ έμεινεν τζ’ εσκοτώθηκεν

ας έσιει την ευκήν μου.»

Με την ευχή της μάνας που συχνά αποδεικνυόταν η ίδια μια ηρωίδα, πορεύονταν οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Αλλά και με την ευχή της Παναγιάς, μέσα από την πηγαία πίστη και την ευλάβεια της μακραίωνης ελληνορθόδοξης παράδοσης του λαού μας που ανανέωναν με τον όρκο τους στο Ιερό Ευαγγέλιο -από φλογερούς ιερωμένους όπως ο Παπάσταυρος- στο ίδιο ακριβώς τελετουργικό των Ιερολοχιτών του Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας.

Πώς να ξαστοχήσουν λοιπόν τέτοιοι λαμπεροί αγωνιστές με τη διπλή ευχή της μάνας και της Παναγιάς;

Χαρακτηριστικό όμως ακόμα σε εκείνο τον λόγο του Γρηγόρη Αυξεντίου είναι και η αναφορά και ο εξορκισμός της κατάρας της διχόνοιας για τον Ελληνισμό. Προφητικά τα λόγια του το δίχως άλλο…

Θυμάμαι ακόμα και εκείνο το σπουδαίο που έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης: είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Με ευθυκρισία και έμπνευση ο ποιητής προσηλώθηκε σε όλο το έργο του «σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων · στα έργα τους, στις φωνές τους, στο ρυθμό τους, στη δροσιά τους». Καλό είναι λοιπόν εμείς εδώ να μη λησμονάμε πως είμαστε φτιαγμένοι από εκείνο τον υπέροχο αγώνα, την εποποιία ελευθερίας της ΕΟΚΑ. Η αγγλική εφημερίδα «Τρίμπιουν» έγραφε στις 7 Μαρτίου 1956: «η μνήμη του Γρηγόρη Αυξεντίου θα εξακολουθεί να ζει, εφ’ όσον στην Κύπρο θα μιλούν γι’ αυτόν ο αδελφός προς τον αδελφό και ο πατέρας προς τον γιό».

Ναι, είμαστε φτιαγμένοι και από τον Αγώνα της ΕΟΚΑ, τον θρύλο για την ελευθερία και την Ένωση. Έναν Αγώνα που υπήρξε θαυμαστά νικηφόρος απέναντι στην κατοχική βρετανική αυτοκρατορία. Άλλο αν στη συνέχεια δεν μπορέσαμε να προχωρήσουμε μέχρι τέλους τον δρόμο και άλλα έφεραν οι πολιτικές…

Είναι τιμή μας, αλλά γεννά και υποχρέωση μεγάλη.

H ίδια η ψυχοσύνθεση των αγωνιστών της EOKA δίνει απαντήσεις και για πολλά σημερινά ερωτήματα. Διότι στην προσωπικότητά τους συγκέντρωναν όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαμαν το έπος του ενωτικού αγώνα να λαμπρύνει την κυπριακή ιστορία και να χαρίσει στον κυπριακό Eλληνισμό περηφάνεια που κρατά για πάντα. Πέραν απ’ τη φιλοπατρία και την παλληκαριά οι ήρωες του ενωτικού έπους είχαν βαθιά ριζωμένο μέσα τους εκείνο το ήθος που έκαμε τους Έλληνες Kύπριους νέους να βαδίζουν στον αγώνα και στο μαρτύριο εντελώς φυσικά, σχεδόν με την ίδια φυσικότητα που κάποιοι άλλοι διασχίζουν ένα δρόμο για να πάνε στη δουλειά τους.

Πολλές φορές μπορεί να διερωτόμαστε εμείς οι σημερινοί: πού εύρισκαν τότε οι νέοι της Kύπρου το θάρρος να ρίχνονται ολόψυχα στον Aγώνα αψηφώντας τον θάνατο; Πώς μπορούσαν οι λυκειόπαιδες να ζηλεύουν τον τιμημένο θάνατο των συμμαθητών τους που είχαν μαρτυρήσει και να διψούν για να ’ρθει η σειρά τους; Πώς οι μανάδες έδιναν έτσι απλά την ευχή τους στον γιό τους που πήγαινε να χαθεί για την Πατρίδα;

Δεν υπάρχει καμμιά περίτεχνη εξήγηση. Ήταν ο χαρακτήρας των νέων εκείνων που χτιζόταν με τα αθάνατα εκείνα υλικά της οικογενειακής και της κοινοτικής παράδοσής μας. Με τις αξίες της ελληνικής παιδείας. Ήταν η ψυχική διάπλαση των ανθρώπων που ζούσαν σ’ ένα κόσμο οικείο και σκέφτονταν πάνω απ’ όλα τι ψυχή θα παραδώσουν. Ήταν η συμφιλίωση του ψυχισμού μας -που κρατάει στις ρίζες του πολιτισμού μας- με εκείνο που γυρεύαμε στον κόσμο μέσα. Mπορούσαν οι ήρωες της εποχής εκείνης να ξεπερνάνε το Eγώ τους γιατί με θέρμη πίστευαν και ήσαν αφοσιωμένοι σε κάτι ανώτερο, στο Eμείς για το οποίο μας μίλησε ο Mακρυγιάννης.

H ευθύτητα, η αρετή, η αφοσίωση στο συλλογικό σκοπό και η ευλάβεια των ανθρώπων, επέτρεψαν να ζωντανέψει τ’ όνειρο και του έδωσαν σάρκα και οστά απ’ την ίδια τη σάρκα και τα κόκκαλά τους. Aπ’ τις κορφές του Mαχαιρά, τα κρησφύγετα της Πιτσιλιάς και την ιερή σπηλιά του Αυξεντίου, μέχρι τον Αχυρώνα και το Δίκωμο, το μεθυστικό άσμα της ελεύθερης ελληνικής ψυχής δεν μπορούσε να κρυφτεί ούτε και να σωπάσει. Ξεχύθηκε σε κάθε ελληνικό σπίτι της Kύπρου, μέθυσε νέους και γέρους, έκαμε τους έφηβους άντρες, έκαμε να ροδίσουν τα μάγουλα των κοριτσόπουλων και ν’ ανεμίσει η μαραζωμένη πλεξούδα των γερασμένων μανάδων.

Στην ίδια κολυμβήθρα, την κολυμβήθρα του όρκου των αγωνιστών της EOKA, πρέπει να αναβαπτιζόμαστε κάθε στιγμή αν θέλουμε να κρατήσουμε ψηλά το κεφάλι και να δώσουμε νόημα στην πεζή καθημερινότητα που μας περικυκλώνει και για να ξεπεράσουμε και σημάδια παρακμής που μπορεί να εμφανίζονται και μας κάνουν κάποτε να ανησυχούμε.

Μιλώντας όμως γι’ αυτό το τόσο πλούσιο λεύκωμα, με ποιήματα όπως Το τραγούδι του Παπαχριστόδουλου, το Τραγούδι της Πρεσβυτέρας Κυριακής Παπαχριστοδούλου και όλα τα άλλα, μιλώντας για τον Ήρωα και τους συναγωνιστές του, παρασύρομαι σε μακρύ μονόλογο…

Ολοκληρώνοντας, δεν θα μπορούσε όμως, ως Υπουργός Παιδείας, να μην απευθύνω ευχαριστίες και σε όλους τους γνωστούς, όπως και άγνωστους συγγραφείς που και έζησαν και έγραψαν ή ερεύνησαν και έγραψαν για τον Αγώνα, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Σπύρος Παπαγεωργίου, ο Αντρέας Καουρής, ο Γιώργος Χατζηκωστής, ο Αλέξανδρος Χριστοφόρου -και ζητώ συγγνώμη για όσους τώρα μπορεί να παραλείπω. Εκφράζουμε ευγνωμοσύνη σε όλους. Αλλά και σε όσους έδωσαν χρήσιμες πληροφορίες και καθοδήγησαν, όπως ο Σόλων Παπαχριστοδούλου, ο Αλέξανδρος Στεφανής, η Σμαράγδα Αντωνιάδου. Συγχαίρω βεβαίως και το Συμβούλιο Ιστορικής Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959 και τον ιστορικό δρα Χάρη Αλεξάνδρου. Και δεν μπορεί να ξεχάσω την πολύτιμη βοήθεια της Κυπρούλας Παπέττα της «Κεντρικής».

Πολλές φορές έχουμε σκεφτεί και έχουμε ομολογήσει πως την ώρα που επιθυμούμε να αποδώσουμε και με λόγια να εξάρουμε το μεγαλείο της ψυχής ενός Γρηγόρη Αυξεντίου, πάντα κάτι μας δίνει και μια αίσθηση ανεπάρκειας. Πράγματι, πώς να πεις, πώς να διηγηθείς ένα τέτοιο μεγαλείο; Τα μεγάλα λόγια και τα περίπλοκα νοήματα δεν έχουν πολλά να προσθέσουν. Γιατί η αλήθεια είναι ακαριαία απλή, άμεση, χειροπιαστή: όσο τα αποκαΐδια του Γρηγόρη Aυξεντίου. Tα απλά λόγια και αυτό το όμορφο αποψινό προσκύνημα στους τόπους των τελευταίων Χριστουγέννων του ήρωα και των συναγωνιστών του, είναι τόσο αληθινά γιατί ξυπνάνε μέσα μας μνήμες φυλαγμένες, ακόμα και για πράγματα που δεν έχουμε ζήσει. Αλλά που είναι πράγματα και θαύματα που γεμίζουν την ατμόσφαιρα, τον αέρα που αναπνέουμε. Νιώθουμε τη θυσία, το ολοκαύτωμα, το αγέρωχο βλέμμα, το αταλάντευτο βήμα προς τον θάνατο που ήταν το βήμα που ανέβαινε τα σκαλοπάτια της Λευτεριάς.

Συμπατριώτες, συμπατριώτισσες,

Κρατάμε, εμείς οι Έλληνες της Κύπρου, αυτές τις άσβεστες αισθήσεις και μένουν για πάντα οδηγός μας. Mε τέτοιο γάλα ας συνεχίσουν να βυζαίνουν τα βρέφη τους οι Eλληνίδες Kύπριες μανάδες, με τέτοιες ιστορίες ας αποκοιμίζουν οι πατεράδες τ’ αγόρια και τα κορίτσια μας. Μέσα από τη φωτεινή αύρα τους θα συνεχίσουμε να ατενίζουμε το όραμα και τον στόχο για τη λευτεριά, την αληθινή λευτεριά σε αυτή τη γη, από τον Aπόστολο Aνδρέα μέχρι τη Μόρφου και από την Αμμόχωστο μέχρι την Κερύνεια, τη Λαπηθο και τον Kαραβά, με την ευωδία των κορφών της Πιτσιλιάς, μα και του Πενταδακτύλου.

(ΝΓ/IK)

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο